αμπάριασμα

αμπάριασμα
το, -ατος
η αποθήκευση: Το αμπάριασμα κράτησε πολλή ώρα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • αμπάριασμα — το [αμπαριάζω] αποθήκευση σε αμπάρι …   Dictionary of Greek

  • αμπαριάζω — 1. αποθηκεύω στο αμπάρι σιτηρά, καρπούς, τρόφιμα 2. τοποθετώ τα εμπορεύματα που πρόκειται να μεταφερθούν στο κύτος τού πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμπάρι. ΠΑΡ. αμπάριασμα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”